Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

1813, Η επιδημία πανώλης στα Ψαρά


     Το βιβλίο του Κ. Νικόδημου “Υπόμνημα της Νήσου Ψαρών" πέρα του γεγονότος ότι αποτελεί ένα μοναδικό τεκμήριο για την δράση των Ψαριανών στην Επανάσταση του 1821 διασώζει αρκετές πληροφορίες για την προεπαναστατική κοινωνία των Ψαρών. Πολλές από αυτές θα μας ήταν παντελώς άγνωστες αν δεν τις κατέγραφε ο Κ. Νικόδημος. Ένα τέτοιο θέμα είναι η Ιατρική περίθαλψη των Ψαριανών καθώς και η επιδημία πανώλης που ξέσπασε στα Ψαρά το 1813.
      Όπως μας εξηγεί ο Νικόδημος στην σελίδα 76 του Α΄ τόμου του Υπομνήματος του στα Ψαρά προεπαναστατικά δεν υπήρξε ποτέ κανονικός ιατρός καθώς αυτό αποτελούσε προνόμιο των μεγάλων αστικών κέντρων. Διάφοροι Ψαριανοί όμως ασκούσαν πρακτική ιατρική. Σημαντικότερος όλων ο Μηκές Νικόδημος, παππούς του αγωνιστή, ο οποίος ήταν άριστος γνώστης των βοτάνων και μάλιστα στα κτήματα του στον Μαυρομύτη καλλιεργούσε σπάνια φαρμακευτικά φυτά που είχε φέρει κυρίως από το Άγιον Όρος αλλά και από αλλού Με τα βότανα αυτά παρασκεύαζε φάρμακα που έδινε στους ασθενείς του, ανθρώπους και ζώα. Για τις υπηρεσίες του ποτέ δεν έλαβε χρηματική αμοιβή και όπως χαρακτηριστικά λέει ο συγγραφέας “αρκούμενος εις την ευγνωμοσύνην των θεραπευθέντων”. Ομοίως και η μητέρα του Κανάρη που εξασκούσε πρακτική ιατρική τα τελευταία χρόνια πριν την επανάσταση το έκανε αφιλοκερδώς. 
Σπιτάλια 1930
     Η κούρα τον ασθενών λάμβανε χώρα στις οικίες τους καθώς δεν υπήρχε άλλη δομή. Την περίοδο 1813-1815 χτίζεται όμως το λοιμοκαθαρτήριο “Σπιτάλια” (εκ του Γαλλικού hospital= νοσοκομείο) με αφορμή την επιδημία Πανώλης που ξέσπασε στο νησί. Τα Σπιτάλια που σώθηκαν από την καταστροφή των Ψαρών μετατράπηκαν από τον ΕΟΤ την δεκαετία του 1980 σε εστιατόριο όπερ και λειτουργούν σήμερα. Πρόκειται για ένα κτήριο μοναδικής αρχιτεκτονικής στην ανατολική πλευρά του όρμου Κατσούνι και αποτελούνταν από έξι αυτόνομα δωμάτια με δικό τους τζάκι το καθένα, έναν βοηθητικό χώρο και δυο στέρνες για την συλλογή του βρόχινου νερού. Σήμερα διασώζεται η μια στέρνα και οι πέντε καμάρες και ο χώρος είναι ενιαίος. Όπως θα δούμε παρακάτω τα Σπιτάλια χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανώλης και έπειτα χρησιμοποιούνταν για την καραντίνα ναυτικών που έρχονταν από μολυσμένα λιμάνια.
Σπιτάλια σήμερα 
     Το 1813 ο Ψαριανός πλοίαρχος Γεώργιος Κούτουκας βρισκόταν με την Σακολέβα του στην Τρωάδα της Μικράς Ασίας εκεί άραξαν σε κάποιο λιμανάκι και βρήκαν το χωρίο έρημο. Μη γνωρίζοντας την αιτία της ερήμωσης φόρτωσαν τρόφιμα και αλλά προϊόντα που βρήκαν εγκαταλελειμμένα και επέστρεψαν στα Ψαρά οπού και πούλησε τα πράγματα. Έπειτα από λίγες μέρες αρρώστησε και μη ξέροντας ότι πρόκειται για πανώλη πολλοί συγγενείς τον επισκέφτηκαν και όταν μετά από λίγο πέθανε φίλοι και συγγενείς τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία. Τις επόμενες μέρες αρκετοί από όσους είχε έρθει σε επαφή ή είχαν αγοράσει τα εμπορεύματα που έφερε, ασθένησαν. Έγινε οπότε αντιληπτό ότι επρόκειτο για μολυσματική ασθένεια και δη πανώλη. Πλήθος κόσμου έτρεξε να απομονωθεί στις εξοχές και στα Αντίψαρα και όταν η κατάσταση ξέφυγε αρκετοί έφυγαν για Χίο, Μύκονο, Λέσβο, Σμύρνη και Αϊβαλί Επέστρεψαν ύστερα από αρκετό διάστημα όμως τότε άρχισε ένας δεύτερος κύκλος ασθένειας και μάλιστα δριμύτερος. Πιθανολογείται ότι το δεύτερο κύμα ξεκίνησε από ρούχα νεκρών ασθενών που οι οικείοι τους αντί να κάψουν ως όφειλαν μοίρασαν σε φτωχούς. Για καλή τύχη των Ψαρών οι
ικανότατοι Δημογέροντες Ιωάννης Καλάρης και Χατζή Νικολής Μαμούνης πήραν γρήγορα σκληρά μέτρα για τον περιορισμό της ασθένειας Συνέστησαν πολιτοφυλακή και διέταξαν άμα τη εμφανίσει κρούσματος σε οικία ο ασθενής να μεταφέρεται στα Σπιτάλια και οι υγιείς σε καραντίνα για σαράντα μέρες. Ο εξοπλισμός του σπιτιού και τα αντικείμενα του ασθενή να καίγονται αμέσως ενώπιον της πολιτοφυλακής. Η οικία να καθαρίζεται, να ασβεστώνεται και να παραμένει σφραγισμένη για σαράντα μέρες. Με αυτά τα μέτρα κατάφερε η Δημογεροντία να αντιμετωπίσει την πανώλη μετά από δυο χρόνια και αφού αυτή η απερισκεψία του πλοιάρχου στοίχισε την ζωή σε περισσότερους από 900 άνδρες, γυναίκες και παιδιά! 
     Τέλος ο Νικόδημος μας πληροφορεί και για την ύπαρξη 5-6 λεπρών, λωβών όπως τους έλεγαν (αρχ ελλ. λώβα=λέπρα), που ζούσαν απομονωμένοι στο βουνό ανατολικά του όρμου του λιμένος. Στους λεπρούς αναφέρετε και ο παπά Μικές Δούκας στο βιβλίο του “Ηρερούσια Συμβάντα της Αλώσεως των Ψαρών” όπου περιγράφει ότι κατά την εορτή του Αγίου Νικολάου μερίδες φαγητού έστελναν και στους λωβούς που ζούσαν στο βουνό απέναντι του οικισμού. Το βουνό αυτό μέχρι και σήμερα αποκαλείται “Λωβοί”. Επίσης η ονομασία της παραλίας Λαζαρέτα από το βενετσιάνικο Lazareto που σημαίνει λεπροκομείο και λοιμοκαθαρτήριο δείχνει ότι ενδεχομένως και εκεί κάποτε υπήρξε μια υγειονομικού ενδιαφέροντος εγκατάσταση.

Ανδρέας Μ. Καραγιώργης