Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Ψαρά 1740


Το Βιβλίο του Ρ. Πόκοκ όπου
περιγράφειτα ταξίδια του στην Ανατολή 
   Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πως ήταν τα Ψαρά το 1740; Αρκετά πριν από την πρώτη το 1770 και δεύτερη το 1821 Επανάσταση και 150 χρόνια αφότου οι Ψαριανοί επέστρεψαν από την Χίο και οι Ηπειρώτες και Θεσσαλοί μετοίκισαν τα Ψαρά, το νησί προσπαθεί να βρει τον βηματισμό του μέσα στο αρχιπέλαγος. Οι ναυτικοί είναι λίγοι και ο πληθυσμός μετα βίας ξεπερνά τα 1000 άτομα. Την περίοδο αυτή επισκέπτεται το νησί ο Άγγλος περιηγητής Ρίτσαρντ Πόκοκ, ο οποίος κάνει μια εκτενέστατη περιγραφή του νησιού χαρίζοντας μας ίσως το σπουδαιότερο περιηγητικό κείμενο εκείνων των αιώνων για τα Ψαρά. Ως Αγγλικανός Ιερέας ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εκκλησιαστική ζωή και περιγράφει τόσο τις εκκλησίες των Ψαρών όσο και την εκκλησιαστική διοικητική δομή με την Εξαρχία Βολισσού, Ψαρών και Πυργίου. Επίσης είναι ο πρώτος που κάνει αναφορά στο Μοναστήρι των Ψαρών. Ενθουσιάζεται από την Ψαριανή φιλοξενία και το Ψαριανό κρασί. Τέλος περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την πανήγυρη στην εκκλησία του Αγίου Λουκά που τόσο του κάνει εντύπωση. Καθώς η πρακτική των Ψαριανών να μοιράζουν μετά την Λειτουργία γλυκά και φαγητά , και που γίνεται μέχρι σήμερα, του θυμίζουν όσα έχει διαβάσει για τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού και την κοινοκτημοσύνη των πρώτων χριστιανών.
Richard Pococke
1739 με στολή Ανατολίτη
     Ας δούμε ποιος ήταν ο Ρίτσαρντ Πόκοκ , πριν περάσουμε στο κείμενο του. Γεννήθηκε το 1704 στο Σαουθάπτον, γόνος αξιόλογης οικογένειας, με σπουδές στο Κέμπριτζ και τον τίτλο του επισκοπικού επιτρόπου, ταξίδεψε συντροφιά με τον ξάδελφό του Ιερεμία Μιλς πρώτα στην Ευρώπη: Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Πολωνία, Ουγγαρία (1733-1736) και στη συνέχεια για τέσσερα χρόνια, ξεκινώντας το 1737 από την Αίγυπτο, στους Αγίους Tόπους, στην Κύπρο, στην Κρήτη, στα νησιά του Αρχιπελάγους, στη Μικρά Ασία και στον ηπειρωτικό και βόρειο ελλαδικό χώρο, πράγμα αρκετά σπάνιο την εποχή εκείνη. Στα 1747- 1760 ταξίδεψε στην Ιρλανδία και στην συνέχεια ταξίδεψε κυρίως στη Βρετανία ως επίσκοπος μέχρι τον θάνατο του το 1765.

Η απόδοση του κειμένου από τα αγγλικά και τα σχόλια στις υποσημειώσεις είναι  από έμενα .

Ανδρέας Μ. Καραγιώργης

~*~
Κεφάλαιο 3 (σελ 13-14 στην αρχική έκδοση)

Στο νησί των Ψαρών 

Ταξιδέψαμε από την Βολισσό στα Ψαρά σε περίπου πέντε ώρες, τα οποία, καθώς λέγετε, απέχουν σαράντα μίλια, ωστόσο εγώ πιστεύω ότι το ακρωτήριο Μέλανον[1] είναι περίπου είκοσι μίλια από το βόρειο ανατολικό άκρο των Ψαρών. Ο Στράβων είχε υπολογίσει την απόσταση σε μόλις πενήντα στάδια, όμως εάν έλεγε εκατό πενήντα θα ήταν πιο κοντά στην πραγματική απόσταση. Οι πλοηγοί μας κοίταζαν με μεγάλη προσοχή το λιμάνι των Ψαρών για να δουν αν υπήρχαν Μαλτέζοι εντός. Είδα το νησί της Άνδρου στα νότια, την Σκύρο στα δυτικά και το ακρωτήριο του Νεγρεπόντε[2], που το λένε κάβο Ντ' όρο, και είναι το αρχαίο ακρωτήριο Καφηρεύς και ήταν διάσημο για τα ναυάγια ελληνικών πλοίων. Φτάσαμε στα Ψαρά, που ο Στράβων ονομάζει Ψύρα, λέγοντας ότι έχουν ομώνυμη πόλη, κάνοντας όμως λάθος στην περίμετρο του νησιού που υπολογίζεται σε δέκα οχτώ μίλια, ενώ εκείνος την δίνει σαράντα στάδια ή πέντε μίλια. Το νησί είναι ορεινό και βραχώδες στην Βόρεια και ανατολική πλευρά και είναι περίπου έξι μίλια μήκος με τρία πλάτος. Στα νότια υπάρχουν δύο ακτές, σε αυτή στα δυτικά υπάρχει το μικρό νησί του Αγίου Δημητρίου[3] το οποίο ονομάζεται έτσι από το εκκλησάκι που υπάρχει πάνω του και αποτελεί ένα καλό σημείο για αγκυροβόλιο και κουρσάροι μερικές φορές φουντάρουν εκεί όταν έχει κακοκαιρία, αλλά συχνότερα πηγαίνουν στο ακατοίκητο νησί που ονομάζεται Αντίψαρα και βρίσκεται μπροστά από αυτή την ακτή και έχει περίπου τρία μίλια περίμετρο. Ανάμεσα στις δύο ακτές υπάρχει μια μικρή παραλία στην βάση μιας πολύ ρηχής ακτής που δημιουργείτε από δυο βραχώδη υψώματα. Στο ανατολικό υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και μια βαθιά στέρνα μέσα στον βράχο καθώς θεμέλια από κάτι που μοιάζει να ήταν τείχη ενός κάστρου. Ο βράχος αυτός είναι πολύ υψηλός. Όπως μου είπαν το κάστρο βρίσκονταν στο δυτικό ύψωμα και περιέβαλλε μόνο με τείχος τα σπίτια τους και είχε μια είσοδο, είναι περίπου ένα τέταρτο του μιλίου περιμετρικά. Η τωρινή πόλη απλώνετε όμορφα και κλιμακωτά στις δυο πλευρές του κάστρου, πιθανώς στην θέση της αρχαίας πόλη[4], και έχει περίπου περίμετρο ένα μίλι. Τα σπίτια είναι χαμηλά και τα περισσότερα με μόνο έναν όροφο. Στο κάστρο βρίσκεται η κεντρική εκκλησία του Αγίου Νικολάου, διπλά στην οποία εντόπισα τρία ή τέσσερα αρχαιά ανάγλυφα και μια Ελληνική επιγραφή, ή δύο, χωρίς σπουδαιότητα. Υπάρχουν μερικά ακόμα ανάγλυφα στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και σε ένα σπίτι δίπλα της. Υπάρχει και άλλη εκκλησία στην πόλη. Σε μία μικρή εκκλησία στην πλευρά της θάλασσας , που καλείται Άγιος Λουκάς, υπάρχει ελληνική επιγραφή οπού γίνεται μνεία και σε ένα αρχαίο όνομα. Μου είπαν ότι υπάρχουν τριάντα εκκλησίες σε όλο το νησί, όμως εγώ διασχίζοντας το συνάντησα μόνο δεκατρείς , επειδή στο νησί δεν υπάρχουν τούρκοι οι εκκλησίες τους έχουν καμπάνες. Πήγα στα βόρεια όπου είδα το φτωχό μοναστήρι της Παρθένου Μαρίας, που υπάγεται στην πόλη και έχει μόνο τρείς καλόγερους. Το νησί αποτελείται από επίπεδες πέτρες με αρκετές φλέβες από άσπρο μάρμαρο μέσα.
     Το ψηλό βουνό, στα Βόρεια, όπου υπάρχει η εκκλησία του Προφήτη Ηλία αποτελείτε κυρίως από γκρι μάρμαρο . Υπάρχει επίσης ένας γκρεμός από κόκκινο γρανίτη του μοιάζει λίγο με πορφύρα. Έχουν καλές πηγές , αλλα δεν έχουν βλάστηση. Το έδαφος είναι κολλημένο μόνο από χαμηλά φυτά. Δεν έχουν καθόλου δέντρα που να φύονται φυσικά πάρα μόνο μερικές συκιές που έχουν φυτέψει. Παράγουν μια μικρή ποσότητα από βαμβάκι και καλαμπόκι και τα υπόλοιπα προμηθεύονται από την Μ. Ασία. Η κυριότερη παραγωγή του νησιού είναι το εξαιρετικό δυνατό κόκκινο κρασί το οποίο εξάγουν στην Χίο. Το παλαιωμένο το πωλούν μισή πένα το κουάρτο, και το νέο στην μισή τιμή. 
     Το νότιο και μέσο τμήμα του νησιού αποτελείται από χαμηλούς λόφους και δυο μικρές πεδιάδες με δυο ακτές που φαίνεται να έχουν εύφορο έδαφος. Η πλαγιές των βουνών σε πολλά σημεία είναι φυτεμένες με αμπέλια. Χρησιμοποιούν βόδια για το όργωμα και γαϊδούρια για μεταφορές και ίππευση ενώ έχουν και μερικά πρόβατα και κατσίκες. Οι άνθρωποι, που είναι όλοι Έλληνες, υπολογίζονται περίπου σε χίλιους ενώ διακόσιοι από αυτούς πληρώνουν κεφαλικό φόρο. Ζουν όλοι στην πόλη ενώ διατηρούν καλύβες στην εξοχή όπου μένουν την εποχή που έχουν δουλεία. 
     Οι άνδρες είναι γενναίοι και δυνατοί και έχουν καταφέρει να απαλλαγούν από τον φόβο των Μαλτέζων. Εξορμώντας, έχουν σκοτώσει μερικούς από αυτούς σε επιθέσεις και έχουν συλλάβει αρκετούς ως αιχμαλώτους. Από τότε δεν τους ενοχλούν πιά. Φορούν κοντά σανδάλια[5] από ακατέργαστο πετσί που δένουν με κορδόνια γύρω από το πόδι και τον αστράγαλο. Οι γυναίκες φέρουν πέπλο ή πετσέτα, το όποιο φορούν στο κεφάλι τους και τυλίγουν γύρω από τον λαιμό τους. Μερικές φορές καλύπτουν με αυτό τα μάγουλα και τον στόμα τους. Όμως εκθέτουν το μπούστο τους με έναν απρεπή[6] τρόπο, που φαίνεται να οφείλεται μάλλον σε άγνοια της κοσμιότητας παρά σε ηθελημένη προκλητικότητα.
     Δεν υπάρχουν στο νησί ούτε γιατρός ή χειρουργός ούτε δικηγόρος. Κυβερνώνται, όπως και η Χίος, από τρείς δημογέροντες, αλλα όλοι είναι αγράμματοι[7]. Ο καδής της Χίου στέλνει εκπρόσωπό του για ν’ αποφασίσει για τις διαμάχες τους. Πληρώνουν ετησίως δυο πουγκιά φόρο στον Καπουδάν Πασά , στον οποίο ανήκουν όλα τα νησιά που δεν κυβερνώνται από Πασά ή Μουσελίμ, δηλαδή τα νησιά Κύπρος , Ρόδος , Κρήτη, Εύβοια, Χίος και Μυτιλήνη. Εκκλησιαστικά υπάγονται στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης όπως όλα τα νησιά που δεν έχουν επίσκοπο. O Πατριάρχης έχει τοποθετήσει έξαρχο εδώ, που είναι επίσης υπεύθυνος και για την Βολισσό και το Πυργί στην Χίο. Κύρια αρμοδιότητα του είναι να στέλνει ανθρώπους στον επίσκοπο της Χίου για να χειροτονηθούν. Πληρώνουν τρία τάλαρα τον χρόνο στον Πατριάρχη τα οποία δίνουν στον έξαρχο και έχουν σε όλο το νησί μόνο πέντε ιερείς. 
     Δεν έχουν καθόλου εμπόριο όμως εξάγουν το κρασί τους και εισάγουν καλαμπόκι και μερικά άλλα απαραίτητα που χρειάζονται. Επειδή η ακτή του είναι ανοικτή τραβούν τους μικρούς μυοδρόμωνες[8] και τις βάρκες τους έξω .
   Την ίδια μέρα που έφτασα πήγα να δω το Μοναστήρι στην άλλη πλευρά του νησιού. Επιστρέφοντας , κάποιοι ντόπιοι που έτρωγαν ψάρια και ψωμί με κάλεσαν να κάτσω μαζί τους και έμοιαζαν ευχαριστημένοι που το δέχτηκα. Ξάπλωσα στο σκάφος μου αλλα έβρεξε και ο αέρας αγρίεψε. Την επόμενη μέρα μετακόμισα με όλα μου τα πράγματα στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά κοντά στο λιμάνι. 
      Την παραμονή της εορτής του Αγίου Λουκά ετοίμαζαν Θεία Λατρεία στον ναό. Γυναίκες ή παιδία έφεραν μικρά κεριά από κερί μέλισσας και πιάτα ή καλαθάκια με βρασμένο στάρι στο οποίο είχαν προσθέσει σταφίδες και σπόρους από ρόδι. Άλλες έφεραν γλύκα ψωμιά[9]. Όταν η Θεία Λειτουργία τελείωσε το βρασμένο στάρι μοιράστηκε στους ανθρώπους που ήταν στην εκκλησία και γύρω από αυτή. Στην γιορτή έφεραν ξερά σύκα και μπράντι[10] που επίσης μοίρασαν με τον ίδιο τρόπο. Έμοιαζαν να είναι απομεινάρια από την αρχαία παράδοση της κοινοκτημοσύνης και έτρωγαν το ψωμί τους μαζί με μια απλότητα από καρδιάς.

Α. Μ. Κ.
---------
[1] Μέλανα άκρα στην αρχαιότητα , κάβο Μελανιός σήμερα. 
[2] Μεσαιωνικό όνομα της Εύβοιας. 
[3] Το εκκλησάκι είναι του Αγίου Νικολάου , και το νησάκι ονομάζεται Αϊ Νικολάκη πιθανόν στον Ποκόκ να έδειξαν και την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται αντίκρυ στο νησάκι και έτσι να μπερδεύτηκε. 
[4] Κάτι τέτοιο μάλλον δεν ισχύ αφού η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε την αρχαία πόλη στην περιοχή του Αρχοντικού. 
[5] Πρόκειται για τα τσαρούχια , όπως τα έλεγαν και τα οποία οι κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούσαν μέχρι και την δεκαετία του 1970. 
[6] Ο χαρακτηρισμός του είναι πολύ πιο υπερβολικός ,όμως δικαιολογείτε από την ιδιότητα του ως ιερέας. 
[7] Η αρχική λέξη του κειμένου είναι χειρώνακτες που όμως χρησιμοποιείτε για να δείξει ότι ήταν αγράμματοι. 
[8] Εμπορικά μικρά πλοία με πανιά. 
[9] Πρόκειται για Άρτους όπου στα Ψαρά είναι πάντοτε γλυκοί. 
[10] Πιθανόν να ήταν απλά παλαιωμένο ψαριανό κρασί το οποίο μοιάζει αρκετά με μπράντι